Σύστημα αξιών στο έργο του Παπαδιαμάντη. Η ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ Η Λαλιώ " ασπροφορεμένη μετά τόσους στεναγμούς
και περιπαθή άσματα έκραξε: -Να έμβαινα σε μια βαρκούλα τώρα δα, έτσι μου φαίνεται
να φτάναμε πέρα!..." Η νεαρά γυνή βρήκε πρόθυμο σύντροφο στην επιθυμία της να "φύγει"
το Μαθιό και μια παρατημένη σκούνα βρίσκεται εύκολα για να διευκολύνει την απόφασή τους. Αρχικά σκοπός τους είναι να κάνουνε μια γύρα στο λιμάνι και να γυρίσουνε. Ο Μαθίος είναι 18 ετών , ξέρει να κωπηλατεί και μόλις έχει εγκαταλείψει το σχολείο "το γυμνάσιο της πρωτευούσης του νησιού". Η Λαβιώ είναι 25 σύζυγος του μπάρμπα Μοναχάκη
που ΄΄Όλο στο καφενέ περνάει την ώρα του ... .Ως τα μεσάνυχτα δε ξεκολλάει...... Εμένα μ ΄ αφήνει πάντα μοναχή μου. Οι συνήθειες του ηλικιωμένου συζύγου διευκολύνουν κι αυτή
τη φυγή. " Ο κυρ Μοναχάκης την είχε λάβει εις δεύτερον γάμον, αφού έθαψε την πρώτην γυναίκα του και υπάνδρευσε την κόρην του , κατά εν έτος πρεσβυτέραν της Λαβιώς. Του εφαίνετο ότι εγίνετο αυτός κατά είκοσι έτη νεώτερος , νυμφευόμενος την εικοσαετή ταύτην παιδίσκην". Στη διάρκεια της αυθόρμητης νυχτερινής βαρκάδας η Λαβιώ διαπιστώνει την εξής ερώτηση-πρόταση –"Κάνουμε πανιά;" –Kάνουμε , απάντησε ασυνειδήτως ο Μαθιός. " Πως ήταν η ζωή της μέχρι τη στιγμή που το πάθος της περιπέτειας ξύπνησε μέσα της;" "Από της δευτέρας εβδομάδος η Λαβιώ ...δεν έπαυε να γογγύζει και ν΄ απαιτεί , όπως την στείλει πίσω στη πατρίδα της να ζήσει έλεγε ,μακράν των γονέων της ... άλλ΄ ο μπάρμπα - Μοναχάκης αυστηρώς της έδωσε να εννοήσει ότι δεν ήρμοζεν , αφού άπαξήλθε , να του φύγει τόσον γρήγορα. Ανέπτυξε μακράν θεωρίαν , καθ ‘ην η γυνή οφείλη να είναι παντού όπου ευρίσκεται ο σύζυγος της, διότι άλλως ματαιούται ο σκοπός του χριστιανικού γάμου, όστις είναι όχι η πολλαπλασίασης του γένους ,αλλ'' η σωφροσύνη του ανδρός και της γυναικός ... και της αράδιασε ρητά πολλά εκ των Δύο Διαθηκών οίον «Τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σάρξ εκ της σαρκός μου» και «ους ο Θεός συνέζευξεν ,άνθρωπος μη χωριζέτο» και ο ανήρ καφαλή εστι της γυναικός και τα τοιαύτα . "Εκείνη , έπνιξε τους λυγμούς της ανάμεσα εις τας δύο παλάμας των χειρών της και εις τας δύο πλεξίδας της, και
με τα δύο κλώνια του λευκού τλουπανίου εσπόγγισε τα ίχνη των δακρύων της" . Ο νέος φυσικά "ως γείτων , είχε πληροφορηθεί τα συμβαίνοντα , και την αγάπησε κρυφά. Η νεαρά γυνή εφαίνετο ζώσα ονειρώδη ζωήν ,ύπαρξιν ρεμβώδη . Αίφνης από καιρού εις καιρόν εξύπνα εκ του μακρού ονείρου της , κ'' εφαίνετο ανακτώσα την αίσθησιν του πραγματικού κόσμου , αλλ'' ολίγαι παρήρχοντο στιγμαί , και πάλιν έπιπτεν εις την νάρκην του ύπνου της , βυθιζόμενη βαθύτερον ακόμη εις το προσφιλές όνειρόν της" . Όμως στο μεταξύ οι δύο φυγάδες αντιλαμβάνονται μια μεγάλη σκαμπαβία που έχει βγεί να τους αναζητήσει. "- Ιδού τι είναι, επανέλαβε το Λαλιώ. Ο μπάρμπα Μοναχάκης , βάζω στοίχημα ενενήντα πέντε τα εκατό , είναι μέσα στη σκαμπαβία.'''' Όντως ο μπάρμπα Μοναχάκης παρά το ότι ήταν διαρκώς απών από το σπίτι του δεν άργησε να ενημερωθεί από ένα δεκαετές παιδίον ανυπόδητον , με υποκάμισον ραβδωτόν και περισκελίδα ομοίαν - Μπάρμπα η γ΄ναίκα σ΄έ φ΄κι. (Μπάρμπα , η γυναίκα σου έφυγε) . Η σκαμπαβία που αναχώρησε με πρωτοβουλία του μπάρμπα-Μοναχάκη ως γρηγορότερο και μεγαλύτερο σκάφος, πρόφτασε τη μικρή φελούκα. - Λιαλιώ ! έ ! Λαλιώ ! -Ορίστε μπάρμπα Μοναχάκη ! -Θέλεις να πας στους γονείς σου, ψυχίτσα μου; Καλά θα κάμεις!... Καρτέρει νάρθω κι εγώ , να σε συνοδεύσω ως εκεί , μήπως κακοπαθήσεις στο δρόμο μοναχή σου , αγάπη μου! -Καλώς ν'' έρθεις , μπαρμπα Μοναχάκη απήντησε ανενδοιάστως το Λαλιώ. Ο νέος ίστατο εντροπαλός πλησίον της , κοιτάων αυτήν , έμβφοβος και μη εννοών . -Σύρε στο καλό , με τη σκαμπαβία , Μαθιέ μου π΄λακι μου , του είπε με τόνον ειλικρινούς συγκινησεως το Λαλιώ κρίμας που είμαι μεγαλύτερη στα χρόνια από σένα αν πέθαινε ο μπάρμπα Μοναχάκης , θα σ΄έπαιρνα!! Γι αυτό εξ΄άλλου ο συγγραφέας την ονόμασε η Νοσταλγός και όχι η ερωτευμένη. Η Λαλιω παντρεύτηκε σε ηλικίακούοντας τη θέληση των γονιών της το μπάρμπα Μοναχάκη. Πάλι καλά που την είχε θελήσει χωρίς προίκα. Γνωρίζει ότι δεσμεύτηκε τουλάχιστον ως το θάνατο του να ζει μαζί του. Δέχεται τη δέσμευση αυτή , απλά αντιδρά επιδερμικά , επιπόλαια , καθώς ήταν αδύνατο να προσαρμοστεί ομαλά στην καθημερινή της μοναξία. Κάτι μέσα της τη σπρώχνει μακριά από μια ζωή που δεν επέλεξε , "ζούσε όμως ονειρώδη ζωήν , ύπαρξιν ρεμβώδη." , δεν ήταν δηλαδή ούτε συνειδητή ούτε σταθερή η απόφαση της να φύγει. Ο Μαθιός παραλίγο να την πατήσει αλλά η εμφάνιση και μόνο του μπάρμπα Μοναχάκη ενεργεί καταλυτικά. Δεν έγινε τίποτα , ο ηλικιωμένος σύζυγος φέρεται σαν στοργικός πατέρας , δεν την μαλώνει , δεν καυγαδίζει με τον Μαθιό . Η ίδια ανατρέπει το σκηνικό που έχει μόλις προ ολίγον στήσει και καλωσορίζει τον αίτιο της φυλακής της, ο Μαθιός θα πρέπει να έμενε αποσβολωμένος με την τελική στάση της εξ΄άλλου ήταν και μεγαλύτερος απ΄αυτόν στα χρόνια , άλλο εμπόδιο και αυτό μαζί με τα υπόλοιπα. Οι ήρωες του είναι δέσμιοι των κοινωνικών αξιών θέλοντας και μη υπακοή στους γονείς , υπακοή στον άντρα , συζυγική πίστη , απαγόρευση για τις γυναίκες να παντρεύονται νεώτερους. Ατομική θέληση και επιθυμία κι αν υπάρχει στραγγαλίζεται. Ο Μπάρμπα Μοναχάκης έχει με σαφήνεια ξεκαθαρίσει το ζήτημα μιλώντας της για το περιεχόμενο του χριστιανικού γάμου , τις δεσμεύσεις που απαιτεί και το αδιάσπαστο του δεσμού αυτού όσο ο ένας από τους δύο συζύγους είναι εν ζωή .
ΕΡΩΣ-ΗΡΩΣ Το ίδιο σκηνικό ειδυλιακής βραδιάς με θέα τη θάλασσα "Γαλήνιος η θάλασσα εκοιμάτο , και μόνον εις την ακροπελαγιάν ως ρογχάλισμα της ερρόχθει, εφλοίσβιζε μελαγχολικός φωσφορίζον το κύμα." Και ένας σκομήλικος περίπου του Μαθιού ναύτης "... εκοίταζεν απλήστως , και δεν ανέπνεεν ούτε εμορμύριζεν." Γιωργής του Μπάρμπα . Άξιος νέος . "Eικοσαετής ήδη είχεν αποκτήσει την βάρκαν αυτήν με τον ιδρώτα του". Ο Γιωργής διανυκτερεύει στη βάρκα του γιατί: "o κυβερνήτης έδιδε εις τον Γιωργήν τας ατελές εκείνας πληροφορίας και τας ασαφές οδηγίας , ότι καλόν θα ήτο να διανυκτερεύσει επί της λέμβον , διότι είχε ναύλον , και πιθανόν ήτο ν΄απέπλεον λίαν-λίαν πρωί , καθόσον η νύφη εντρέπετο να μπαρκάρει μέρα – μεσημέρι . Ποία νύφη; ... Υπανδρεύετο λοιπόν το Αρχοντώ;... Αυτή , η νύφη;: Είχε μάθει προ ημερών ότι η μάνα της την επανδρολογούσε μ΄ ένα νοικοκύρην στεργιώ την , από κει πέρα απ΄ τα εικοσιτέσσερα χωριά που τον πήρε; Και ο μικρός ναύτης ο Γιωργής της Μπούρμπαινας γιατί να προβληματίζεται τόσο; Στο κάτω κάτω τον πληρώνανε να μεταφέρει ανθρώπους και εμπορεύματα με τη βάρκα του. Όμως το Αρχοντώ είχε καιρόν. Ήτο σχεδόν ομήλιξ με αυτόν , ένα χρόνο μικροτέρα Δεκαεννέα ετών . Αυτός την είχε γνωρίσει από μικρήν. Εκείνη έπαιζε τα συμπεθερικάν με δύο ή τρείς άλλας κορασίδας , όπου υπάνδρευαν τες κούκλες των .... " Παιδικά αθώα παιχνίδια . Όμως η Μπούρμπαινα η μητέρα του ... "υπώπτευεν , ήξερε και ησθάνετο ότι ο Γιωργής έτρεφε παιδικόν αίσθημα προς την Αρχόντω". Και εκτός από τη μητέρα του Γιωργή η γραία Μαρουδίτσα , η μήτηρ της Αρχόντως , ούτε ιδέαν είχε ούτε υποψίαν ούτε ένοιαν αν ο Γιωργής , ο υιός της Μπούρμπαινας ήτο ερωτευμένος με την κόρην της την Αρχόντω . Και αν είχεν ιδέαν πάλιν δεν θα την έμελε τίποτε και αν εγνώριζε ότι η κόρη της ανταπεκρίνετο εις το αίσθημα , πάλιν ολίγον θα ανησύχει. Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα , τι θα πει : Το μόνον χρέος των είναι να υπακούουν εις τους γονείς των.΄΄ ΄Όταν ο Γιωργής καταλαβαίνει τι πρόκειται να συμβεί , το είναι του επαναστατεί . Σκέφτεται να την αρπάξει ( την Αρχόντω ) , να απωθήσει το γαμπρό , τη μάνα της , τους κουμπάρους και τους άλλους συγγενείς , να δώσει μάχη μαζί τους . Και είχε την ευκαιρία να το κάνει γιατί αυτός ο ίδιος θα τους μετέφερε με τη βάρκα του . Την ώρα του ταξιδιού οι ίδιες σκέψεις τον κυριεύαν: Του ήρχετο να συγχαρεί την γραίαν δια τον γάμον της τάχα προσποιούμενος ότι επίστευεν ότι αυτή ήτο η νύφη ... διότι η ηλικία του γαμπρού εφαίνετο δια να είναι σχεδόν πατήρ της κόρης . Και να συγχαρεί την νέαν διότι , μετά τόσα έτη
Περισσότερες κριτικές σχετικά με το Sistima axion sto ergo toy Papadiamanti