Ο Ωραίος μου Κόσμος - Περίληψη
Summary rating: 4 stars
7 Κριτική
Επισκέψεις:
298
λέξεις:
600
Δημοσιεύτηκε στις: Οκτωβρίου 30, 2007
Ο Ντίνος ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, είναι ένα άτομο της εποχής μας, φαινομενικά δείχνει να συμβαδίζει με τις περπατησιές του σήμερα, μα η ψυχή του γνωρίζει καλά που θα τρέξει, ποια μονοπάτια θα διασχίσει για να φέρει μακρινό και κοντινό χθες να ξετυλιχθούν αργά και βασανιστικά στα σοκάκια του νου του. Ζει αναμασημένες σκέψεις, με αναμασημένες λέξεις ακόμα κι οι εκφράσεις του έχουν το χαρακτήρα του αναμασήματος. Κουράζεται απελπιστικά να διαβαίνει σε δύο διαφορετικούς κόσμους, το παγιωμένο κόσμο του πριν που σα γκριζόμαυρο πέπλο σκεπάζει απ’ άκρη σ’ άκρη τον ορίζοντα του και τον κόσμο του τώρα, όπου δευτερόλεπτα, λεπτά κι ώρες, με μια απίστευτη ακρίβεια κινούν τα γρανάζια της ζωής. Ψάχνει εναγωνίως να βγει στο ξέφωτο, ψάχνει εναγωνίως τη μαγική λέξη που θα αλλάξει όλο το σκηνικό μέσα του και θα ανατείλει μια νέα μέρα, μια ξεχωριστή μέρα. Καθημερινά παλεύει να επιβιώσει, έτσι έχει μάθει από μικρός, να παλεύει, δίνει πραγματικές μάχες με την ψυχή του να ψυχορραγεί μα ποτέ δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια του, ελπίζοντας πως κάποτε θα χαμογελάσει ξέγνοιαστα και θα βροντοφωνάξει «Σας νίκησα διαολεμένες σκέψεις, σε νίκησα διαολεμένη επανάληψη, επιτέλους η ανασαιμιά μου ξαλάφρωσε.» Ωστόσο φτάνει στο χείλος του γκρεμού, όταν η απογοητεύσει κι η απελπισία θα τον σφιχταγκαλιάσουν τόσο, που ένα καλοκαιρινό βραδάκι, Ιούλη μήνα, αποφασίζει να δώσει ένα τέλος και νιώθει μια βαθιά ανακούφιση που η αγαπημένη του παρείτσα, το άγχος κι η θλίψη θα νέκρωναν. Είχε κουραστεί να βάζει πάντα την ουρά κάτω από τα σκέλια και να φεύγει μακριά, είχε έρθει η στιγμή που θα ’σπαζε την ατολμία του, δίνοντας της ένα συνταρακτικό χτύπημα. Σίγουρα θα χανόταν, μα τι σημασία είχε αφού περπατούσε στο χρόνο σα χαμένος. Ήταν πρώτης τάξης ευκαιρία να αποδράσει από τον κύκλο που ’χε εγκλωβιστεί, ένα κύκλο που οι σκέψεις του χτυπούσαν κατά κύματα στα τοιχώματα του κι επέστρεφαν σ’ αυτόν. Κι όμως εκεί που θα ’άφηνε το κορμί και το πνεύμα του στα βαθιά νερά του κολπίσκου, δείλιασε, τρόμαξε, όλα άλλαξαν μονομιάς μέσα του. Κοίταξε προς τα πάνω. Παντού σκοτάδι. Κτύπησε τα πόδια, τα χέρια του με δύναμη. Τελικά κατάφερε να πάρει ανάσα. Μια αόρατη δύναμη τον τράβηξε έξω, στην παραλία. Νιώθει δύο αντικρουόμενα συναισθήματα. Το συναίσθημα της ατολμίας που στην κρίσιμη στιγμή φοβήθηκε και το συναίσθημα του να παλέψει και να μην πέσει αμαχητί. Η εικόνα των επόμενων λεπτών ήταν, να ’χει καθίσει κάτω στο χώμα, με τις πλάτες του να ακουμπούν στον κορμό του αλμυρικιού και τα πόδια του να ’ναι ανοιχτά και τεντωμένα. Κάθε τόσο και λιγάκι έλεγε να φύγει, μα στεκόταν εκεί σα να μην ήθελε να αποχωριστεί το μέρος. Ναι θα ξαγρυπνούσε, θα ξεχνιόταν στο χρόνο, μόνο έπρεπε να προλάβει, δεν απέμενε πολύ ώρα έως ότου να χαράξει. Ξεκίνησε να ξετυλίγει το κουβάρι, σιγά-σιγά να το τυλίγει, να εμφανίζονται σκόρπιες λέξεις, να δοκιμάζει να τις συνδέσει, δίνοντας τους μια συμπαγή μορφή, ώστε να παρουσιάσει διαλόγους, σκηνές που εκτυλίχθηκαν στο χθες.